Ξεχείλισε ασφάλεια η Ηγουμενίτσα

Ξημερώματα μπήκε μπρος η επιχείρηση. Χαράματα. Κι όλες οι δυνάμεις ασφαλείας της Θεσπρωτίας και όχι μόνο συμμετείχαν στην επιχείρηση οριστικής απομάκρυνσης των παράνομων μεταναστών από το δασάκι στο Λαδοχώρι.

Ούτε ρουθούνι πλέον μετανάστη στην Ηγουμενίτσα.

Κι η πόλη βιώνει μια πρωτοφανή ασφάλεια. Όνομα και πράγμα.

Τώρα λοιπόν που είναι γεγονός αυτό που ζητούσανε πολλοί, ξύπνησαν και οι ενοχές. Εκ των υστέρων. Τι θα απογίνουν αυτοί οι άνθρωποι:


Εικόνες ντροπής και θλίψης. Ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος όταν βλέπω αυτές τις εικόνες που ούτε στην Αφρική δεν τις είδα. Από την άλλη πλευρά όμως δεν φταίν σε τίποτα οι κάτοικοι να ανέχονται αυτήν την αθλια κατάσταση. Να δούμε τώρα που θα τους πάνε.

Σχόλιο ανώνυμου σε ιστολόγιο...


Μα τι σε νοιάζει πού θα τους πάνε; Σκοπός του ξεσηκωμού δεν ήταν να ζήσουμε αυτό το σημερινό ξεκαθάρισμα του καταυλισμού; Να βιώσουμε ως πόλη επιτέλους την ασφάλεια από τους μετανάστες τώρα ειδικά που τρέμει η γη κάτω από τα πόδια ολάκερης της χώρας; Κι άσε τους αγανακτισμένους ανά την Ελλάδα να πηγαίνουν πλατεία. Εμείς θα πηγαίνουμε για να γιορτάσουμε την ασφάλειά μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, πικ νικ στο δασάκι που κάποτε ζούσαν οι μετανάστες. Ποιος ξέρει; Ίσως και να το εκμεταλλευθούμε τουριστικά. Με ατραξιόν διάφορες. πχ μπαγκαλόους - παράγκες ή και τραπεζάκια για όσους κάνουν πικ νικ σε σχήμα κάδου απορριμμάτων.

Στη Λευκάδα έχουν ένα πάρκο με προτομές ποιητών του τόπου. Το Μποσκέτο. Ας κάνουμε κι εμείς το δικό μας πάρκο - σύμβολο της πόλης. Το Μεταναστεύτο! Αντί για προτομές λογοτεχνών μπορούμε να το διακοσμήσουμε με ένα συρματόπλεγμα που πάνω του θα κρέμουνται οι μπουγάδες των ανθρώπων που κατοικούσαν κάποτε εκεί. Και τα όνειρά τους. Κρεμασμένα κι αυτά. Ν' αγναντεύουν από ψηλά το πέλαγος που λαχτάρισαν και δεν το πέρασαν και την ασφαλή μας πόλη...

Ντροπή είπες; Μόνο ντροπή;

Εγώ πάλι λέω να μας αφιερώσω τα λόγια του ποιητή:


Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)


Να τα βάλουν λέω, του ποιητή τα λόγια, μνημείο και πλάκα - ταφόπλακα - στο Μεταναστεύτο. Εξιλέωση όχι σε ό,τι έγινε σήμερα, γι' αυτό δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς καμία, μα για όσα άλλα έγιναν τους τελευταίους μήνες. Τους πυροβολισμούς, με όπλα και λόγια, και την ακηδία μας μπρος στο δράμα. Ξέραμε, δεν ξέραμε; πως μόνο οι μετανάστες δε φταίνε για την κατάσταση αυτή. Την παράλογη κατάσταση. Και για τη συνθήκη του Δουβλίνου ξέραμε. Μα δεν τα βάζαμε με τους ενόχους. Μα με τα θύματα.

Σήμερα οι δυνάμεις ασφαλείας απέδειξαν πως μπορούσαν να τους έχουν απομακρύνει. Εδώ και μήνες. Μα δεν το ήθελαν. Ή δεν είχαν την εντολή...

Τι άλλαξε; Ακόμη να το καταλάβουμε τι άλλαξε; Και ποιος πρόσφερε το άλλοθι;

Εμείς. Όλοι. Κι εγώ μέσα. Που κάποτε τους πήγαινα και λίγο φαγητό. Κι έπειτα σταμάτησα. Για χίλιους λόγους. Μα η αλήθεια είναι πως σταμάτησα. Ακόμη κι όταν έμαθα πως τώρα τελευταία λιμοκτονούσαν. Και δεν τόλμαγαν ούτε σε κάδο να πλησιάσουν. Να φάνε από τα δικά μας σκουπίδια.

Κι όλοι οι άλλοι. Που κάτι μήνες πριν είχαν κάνει έστω μια υποτυπώδη διαδήλωση συμπαράστασης. Όλοι ξέραμε τι ετοιμάζεται στο Λαδοχώρι. Μα κανείς δε βγήκε αυτή τη φορά να διαμαρτυρηθεί. Για χίλιους λόγους.

Τώρα πάμε πλατεία για τα δικά μας προβλήματα. Ποιος προλαβαίνει να νοιαστεί για τους μετανάστες; Εδώ καίγεται το σπίτι μας...

Θα μου πεις τους ήθελες εδώ; Και θα σου πω ακόμη και τώρα πως όχι. Δεν τους ήθελα. Στον ίδιο βαθμό που κι εκείνοι δεν ήθελαν να βρίσκονται στη δική μας πόλη. Ούτε αυτό το ξέραμε; Πως δεν ήρθαν για να μείνουν στην Ηγουμενίτσα;

Γι' αυτό και δεν ήρθα ούτε μία φορά στη δική σου διαδήλωση. Στο λιμάνι. Γιατί οι μετανάστες δεν ήταν το πρόβλημα. Οι μετανάστες είχαν πρόβλημα.

Τώρα αυτοί έφυγαν. Και πήραν μαζί τους το πρόβλημά τους. Όπως οι χελώνες το καβούκι τους. Έμειναν όμως όλα τα άλλα. Προβλήματα. Τα δικά μας. Αυτά καμία ασφάλεια δε θα βγει να τα εξαφανίσει. Κι όχι γιατί δεν μπορούν. Δε θέλουν. Ή δεν έχουν την εντολή.

Και πάλι εσύ κι εγώ και όλοι μας τους δίνουμε το άλλοθι. Να μένουν και να κυκλοφορούν ελεύθερα στη μικρή μας πόλη.

Οι άνεργοι.

Οι συνταξιούχοι με τις πετσοκομμένες συντάξεις.

Οι απλήρωτοι ωρομίσθιοι των ΤΕΙ. Οι άλλοι απλήρωτοι των ΕΣΠΑ.

Τα λουκέτα στα μαγαζιά.

Το πετρέλαιο που τσουρουφλίζει.

Το οριστικό κόψιμο δρομολογίων στα χωριά της ορεινής Θεσπρωτίας. Ούτε ένα πια λεωφορείο στην παλιά διαδρομή για Γιάννενα.

Το καλάθι της νοικοκυράς.

Και κυρίως η ανασφάλεια για το τι άλλο θα μας ξημερώσει; Με τα τελεβίζια να βγάζουν κάθε βράδυ νέο πένθιμο εμβατήριο. Για εκπρόθεσμα, ληξιπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.

Σε νοιάζει ακόμη πού τους πήγαν αυτούς τους ανθρώπους; Ααααααα! Σε παρακαλώ. Μη βιάζεσαι. Σύντομα θα πάμε να τους συναντήσουμε. Και τότε θα δεις από κοντά πού μας πάνε όλους. Κι όχι μόνο τους παράνομους μετανάστες. Όταν θα γίνεις και θα γίνω μετανάστες στην ίδια μας την πατρίδα. Κι από τώρα θα σου τραγουδήσω το εμβατήριο της μεγάλης φυγής. Την εβραία του Μπρεχτ:





Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν εβραίος.

Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα
δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει.

Μπερτολτ Μπρεχτ.

________________________________

Σημείωση: Ο Μπρεχτ δεν έζησε στη δική μας πόλη. Αλλιώς θα είχε προσθέσει και τους μετανάστες. Δεν πειράζει. Θα τους προσθέσεις εσύ κι εγώ. Που ζούμε εδώ. Όταν θα έρθουν να πάρουν κι εμάς. Να το θυμάσαι. Και να θυμάσαι και τη μέρα τη σημερινή. Κι άσε τα δάκρυα τα κροκοδείλια. Πού πήγαν αυτούς τους ανθρώπους. Εμάς, να ρωτάς, πού θα μας πάνε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφιέρωμα στην Κατερίνα μας